11 Φεβρουαρίου 2012

όλοι στους δρόμους





Και σήμερα ο κόσμος ανταποκρίθηκε,όμως το μεγάλο στοίχημα είναι αύριο (ίσως και Δευτέρα)



Θέμης Τζήμας: Πολλαπλασιασμοί, εκβιασμοί και κόκινες γραμμές

Ας κάνουμε έναν πολλαπλασιασμό: 20% το μήνα μείωση Χ 14 μήνες που αμείβονται το χρόνο οι εργαζόμενοι ισούται με μείωση που φτάνει τους τρεις σχεδόν μισθούς, βάσει των ισχυόντων προ του νέου μνημονίου. Η “νίκη” δηλαδή των Παπαδήμου, Παπανδρέου, Σαμαρά, Καρατζαφέρη και Βενιζέλου σε ό,τι αφορά τη διάσωση του 13ου και 14ου μισθού -φαίρεται να -λήγει με την περικοπή της αμοιβής των εργαζομένων σε ποσό που αντιστοιχεί στον 13ο, τον 14ο και σχεδόν όλο το 12ο μισθό.
Με αντιστοίχους πολλαπλασιασμούς θα αναπροσαρμοστούν οι ανώτεροι του κατωτάτου μισθοί. Οι πολλαπλασιασμοί με τους οποίους εξάγεται η επίδραση στην ύφεση, στα ασφαλιστικά ταμεία και σε μια σειρά ακόμα παραγόντων του οικονομικού κυκλώματος ζωγραφίζουν με μαύρα χρώματα την πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ωστόσο ουδόλως απασχολούν την τρόικα, τα πολιτικά πρόσωπα που έχουν συνθέσει τη συμμορία των 4, τους απολύτως συνυπεύθυνους υπουργούς της κυβέρνησης Παπαδήμου και τα αφεντικά τους στον ξένο και ντόπιο επιχειρηματικό χώρο.Αυτοί είναι οι πολλαπλασιαμοί των “πετυχημένων” διαπραγματεύσεων.
Ακολουθούν οι εκβιασμοί προς δύο κατευθύνσεις: από την κυβέρνηση ανδρείκελων προς το λαό σε ό,τι αφορά τη χρεοκοπία και από την εργοδοσία και δη παρασιτική προς τους εργαζομένους, χάρη στις κυβερνητικές αποφάσεις και υπό την υψηλή εποπτεία της τρόικα. Ο δοτός πρωθυπουργός ζήτησε λέει μια έκθεση από το γενικό λογιστήριο σχετικά με τις συνέπειες της χρεοκοπίας. Αλήθεια πότε ετοιμάστηκε; σε ένα βράδυ; από πότε είναι έτοιμη και βάσει ποιων στοιχείων; Και κυρίως είναι άραγε το γενικό λογιστήριο το κατάλληλο για να εκδώσει μια τέτοια έκθεση; είναι αποκλειστικά δημοσιονομικό ζήτημα η περιβόητη χρεοκοπία;
Φυσικά και όχι. Όπως και σε ένα προηγούμενο άρθρο έγραψα, αυτοί που μας απειλούν με χρεοκοπία- αν δε συμφωνήσουμε στην “ανατολικοευρωπαιοποίηση” της κοινωνίας μας- μας καλούν να διαλέξουμε μεταξύ Βουλγαρίας του ’90 και Αργεντινής του 2001. Αν αυτό είναι το δίλημμα- που δεν είναι- δεν έχω κανένα πρόβλημα να δηλώσω ότι επιλέγω Αργεντινή του 2001.
Κατανοώ απόλυτα γιατί ο Παπαδήμος, οι συνεργάτες του και τα αφεντικά τους προτιμούν το σενάριο Βουλγαρίας και Ρουμανίας του ’90. Από εκεί δε φύγανε με ελικόπτερα, το ακριβώς αντίθετο: κλείσανε καλές συμφωνίες με τα πλέον παρασιτικά στρώματα της επιχειρηματικής δράσης, με προεξάρχουσα τη μαφία και διασφάλισαν την κερδοφορία- κερδοσκοπία τους, όπως και την πολιτική τους επιβίωση.
Αν λοιπόν ο κος Παπαδήμος ήθελε να βοηθήσει στην ενημέρωση του ελληνικού λαού θα ετοίμαζε μια έκθεση με κύρια την έμφαση στην οικονομία, στην παραγωγή, στην κοινωνία και όχι μόνο στα δημόσια οικονομικά, όπου θα ανέλυε συγκριτικά τις οικονομικές, κοινωνικές, δημογραφικές, δημοσιονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις των δύο σεναρίων που ο ίδιος και οι όμοιοί του αξιολογούν ως τα βασικά εναλλακτικά σενάρια: Βουλγαρία ή Αργεντινή; Θα ζητούσε κατόπιν αυτών να διεξαχθεί δημόσιος, δημοκρατικός, πολιτικός διάλογος πάνω σε αυτά τα σενάρια, με την προσθήκη και όποιων άλλων σεναρίων οι διάφορες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις θα πρότειναν. Είχε δε από το Νοέμβριο έως σήμερα 2 με τρεις μήνες για να προχωρήσει σε αυτήν τη διαδικασία. Αντί αυτών, ο δοτός πρωθυπουργός, πιστός στο ρόλο του πρωτοκολλητή των εντολών των ξένων πατρώνων και του παρασιτικού κεφαλαίου “απειλεί” το λαό με την επίκληση κατά παραγγελία “εκθέσεων”.
Από κοντά βέβαια βρίσκονται οι ξένοι και Έλληνες σκηνοθέτες του θιάσου της χρεοκοπίας και της δραχμής. Η ίδια ακριβώς κακοπαιγμένη παράσταση που στήθηκε για να οριστεί πρωθυπουργός ο Παπαδήμος ανεβαίνει και αυτές τις μέρες. Ο μαινόμενος Καρατζαφέρης αποχωρεί από τις συναντήσεις για να επανέλθει μετά. Ο Παπανδρέου προσηνής και φιλικός, για το καλό του έθνους λέει το “μεγάλο”, το “υπερβατικό” ναι στη διαπλοκή και στο νεοφιλελευθερισμό, προκειμένου να τα κατακεραυνώσει ως φαινόμενα και ιδεολόγημα αργότερα από το εξωτερικό ή το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ. Ο Σαμαράς στο θολωμένο του πολιτικά μυαλό διαπραγματεύεται με κάποιους για κάτι που δεν υφίσταται ως αντικείμενο, είναι εντός, εκτός και επί ταυτά αλλά τελικά τα προσυπογράφει όλα, διαγράφοντας όποιους αφελείς βουλευτές της ΝΔ νόμισαν ότι βρίσκονται σε αντιμνημονιακό κόμμα, προκειμένου να κερδίσει την εύνοια της διαπλοκής. Ο Βενιζέλος καμώνεται τον ειδήμονα και σωτήρα της εθνικής οικονομίας, εξασκείται σε προκλητικές ρητορικές πομφόλυγες ενώ νοιάζεται στην πραγματικότητα να γινει βεζίρης στη θέση του βεζίρη. Από κοντά ορισμένοι παπαγάλοι- υπουργοί, παπαγάλοι- βουλευτές και παπαγάλοι- σχολιαστές των δελτίων ειδήσεων που βγάζουν τη γράμμη περί του εθνικού κινδύνου κτλ, ώστε στο τέλος να μαζευτούν τα κουκιά στη Βουλή- ναι ως κουκιά συμπεριφέρεται η πλειοψηφία των βουλευτών των τριών κομμάτων.
Με αυτή τη σκηνοθεσία στήνεται ο νέος εκβιασμός, θα στηθούν και οι επόμενοι, προκειμένου να κερδοφορήσει και να κερδοσκοπήσει και άλλο το παρασιτικό κεφάλαιο της χώρας.
Ο δεύτερος εκβιασμός έχει να κάνει με τις αντί- μεταρυθμίσεις στο εργατικό δίκαιο. Η προσπάθεια εξαφάνισης των συλλογικών διαπραγματεύσεων προς όφελος της ατομικής διαπραγμάτευσης που μας πηγαίνει περίπου έναν αιώνα πίσω, στήνει το σκηνικό επίτασης του διαρκούς εκβιασμού ενός μεγάλου τμήματος της εργοδοσίας εις βάρος των εργαζομένων. Φυσικά αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε εδώ και αρκετά χρόνια με τις απανωτές ελαστικοποιήσεις, την “ευασφάλεια”, την απορύθμιση του εργατικού δικαίου, τη διόγκωση της ανεργίας, τη συνειδητή αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών και πάει λέγοντας. Τώρα βέβαια καταφέρει η κυβέρνηση Παπαδήμου άλλο ένα συντριπτικό πλήγμα εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο Παπαδήμος ουσιαστικά είπε έχοντας τη στήριξη των τριών κομμάτων, πάντα υπάρχει ένα χειρότερο σκαλί εξαθλίωσης, ώστε να προσδιοριστούμε βάσει αυτού.
Η κυβέρνηση δε βουτάει τα χέρια της έτσι ακόμα περισσότερο στο αίμα: φτιάχνει απλά το πλαίσιο, ώστε η εργοδοσία να κατασπαράξει τα εργατικά δικαιώματα και τις αμοιβές. Έχτισε την αρένα, έφερε τα λιοντάρια, μαστίγωσε τα θύματα και με μια καλή σπρωξιά τα ρίχνει στα λιοντάρια, προτείνοντας στα τελευταία να δείξουν αυτοσυγκράτηση.
Κοντά στα παραπάνω και σχετικώς στα μουλωχτά, οι τραπεζίτες διασφαλίζουν την ιδιοκτησία των μαγαζιών τους και όσοι σκοπεύουν να από- επενδύσουν κερδίζουν εύκολη, φτηνή λεία με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Επιπλέον, θα ανοίξουν κάποιες νέες αγορές προς όφελος ιδιωτικών εταιρειών και με λεφτά του δημοσίου, προκειμένου να αξιολογήσουν διάφοροι τυχάρπαστοι το ελληνικό δημόσιο, να αναλάβουν λειτουργίες που το κράτος επιτελούσε και πάει λέγοντας.
Στο παραπάνω πλαίσιο είναι απαραίτητο να δει κανείς τις γραμμές που διαμορφώνονται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και ευρύτερα στη δημόσια σφαίρα. Το 2007 δομήθηκε μια σκληρή σύγκρουση Παπανδρέου- Βενιζέλου με φόντο την αυτονομία της πολιτικής- δε σχολιάζω τι όντως είχε στο μυαλό του ο κάθε ένας εκ των διεκδικητών αλλά πως εκλήφθηκε από την πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ η σύγκρουση. Μετά το 2009 ο Παπανδρέου, όπως και αλλού προσπάθησα να αναλύσω, προσχώρησε στο νεοφιλελευθερισμό και συγκυβέρνησε με τις δυνάμεις του παρασιτικού κεφαλαίου και της διαπλοκής. Είναι δε τέτοιου βάθους η δέσμευσή του αυτή ώστε παρότι οι εν λόγω δυνάμεις τον έριξαν από την πρωθυπουργία, ο ίδιος στηρίζει με πάθος τον εκλεκτό τους Παπαδήμο, προτείνοντας να παραταθεί η πρωθυπουργία του μέχρι το 2013. Πέραν πιθανών άλλων υπολογισμών του δείχνει απόλυτα πεπεισμένος για τη νεοφιλελεύθερη και μονεταριστική ορθοδοξία, ενδεχομένως προκειμένου να “δικαιώσει” τις διετείς, καταστροφικές του επιλογές. Ο στενότερος σύμμαχός του είναι ο υπουργός Οικονομικών που από ανερμάτειστος κεϋνσιανός μετατράπηκε σε φανατικό, νεοφιλελεύθερο και φυσικά παντελώς αποτυχημένο υπουργό Οικονομικών, σε άξιο δηλαδή διάδοχο του προκατόχου του.
Για όσα μικροαστικά στοιχεία εντός του ΠΑΣΟΚ, σε όλες τις βαθμίδες, η σύγκρουση ήταν μάχη προσώπων η σύμπλευση αυτή προκάλεσε σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Μνημονιακοί παπανδρεϊκοί έχασαν τον μπούσουλα και αντί- μνημονιακοί βενιζελικοί έγιναν σε λίγες βδομάδες ένθερμοι μνημονιακοί. Και οι δύο πλευρές φυσικά συντείνουν στην οριστική απαξίωση του ΠΑΣΟΚ και στη στρατηγική του πρόσδεση στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού. Κοινός τους αντίπαλος δε, είναι όποιοι μέσα στο ΠΑΣΟΚ τοποθετήθηκαν εγκαίρως εναντίον της στρατηγικής του νεοφιλελευθερισμού, η αριστερά και πολιτικοί τους εταίροι η δεξιά, η ακροδεξιά και τα (από)κόμματα του νεοφιλελευθερισμού.
Θα πει κανείς, τι μας νοιάζει για το τι γίνεται μέσα στο ΠΑΣΟΚ; Κι όμως μας νοιάζει: πρώτον λόγω της ισχύος του στην παρούσα Βουλή. Δεύτερον, διότι ακόμα και ένα εκλογικά συντετριμμένο ΠΑΣΟΚ θα κρίνει εν πολλοίς αν θα υπάρξει μετεκλογική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση τύπου Παπαδήμου. Και τρίτον χάρη και στις ανεπάρκειες της εν γένει αριστεράς που προωθεί την τακτική της λεηλασίας αντί της στρατηγικής των προγραμματικών, στρατηγικών συγκλήσεων προοδευτικών δυνάμεων, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μετατραπεί- μένει να αποδειχτεί- σε πεδίο μάχης αντικρουομένων πολιτικών εξόδου από την κρίση. Έτσι η γραμμή δεν είναι πλέον αυτή του 2007, ούτε ο διαχωρισμός παπανδρεϊκών- βενιζελικών αλλά αυτός μνημονιακών και νεοφιλελευθέρων από τη μια, αντί- μνημονιακών, δημοκρατών, προοδευτικών και σοσιαλιστών από την άλλη.
Η γραμμή αυτή μεταφέρεται με συνθετότερο τρόπο βέβαια και στην ελληνική κοινωνία εν γένει. Από τη μια το μπλοκ των νέο- εθνικοφρόνων, νεοφιλελευθέρων και αντιδραστικών. Τα πράγματα είναι πλέον απολύτως σαφή: πρώτον, επίκληση του έθνους ως αντιθετικού, όχι μόνο διακριτού, προς την έννοια του λαού, στοιχείου. Το έθνος καθίσταται μια έννοια αφαιρετικού περιεχομένου που επιβιώνει “τρώγοντας” το λαό. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνο που οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν αντιληφθεί ότι η πόλη- σήμερα θα λέγαμε το κράτος ή το έθνος- είναι ο οι άνδρες- σήμερα, ο λαός. Οι εθνικόφρονες πάντα προσπαθούσαν να “ταίσουν” το λαό με “εθνικά ιδεώδη”, υποτιμώντας τον και προκειμένου να λεηλατήσουν το δημόσιο πλούτο. Αυτό κάνουν και τώρα οι εκβιαστές της χρεοκοπίας και της δραχμής. Πάντα μάλιστα είχαν και την αγαστή συνεργασία της ξένης πατρωνείας. Ο πολύς Γιούνκερ για παράδειγμα, πριν από κάθε αντί- λαϊκή πολιτική θυμάται ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να βγει από το ευρώ και μόλις γίνει αυτό που επιδιώκει ξανά- θυμάται ότι βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών ανάμεσα στα άλλα, είναι αδύνατη η έξοδος της Ελλάδας από το Ευρώ.
Δεύτερον, σκληρή μάχη υπέρ τραπεζιτών, ΣΕΒ και λοιπού παρασιτικού κεφαλαίου. Αυτή η μάχη που δίδεται εδώ και χρόνια ξεκινάει από την άρνηση αναγνώρισης εργατικών δικαιωμάτων και νομιμότητας στο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, περνάει από τη διάλυση του εργατικού δικαίου και προς ώρας φτάνει στη νέα δανειακή σύμβαση, με φόντο 1.000.000 ανέργων. Να περιμένουμε τα επόμενα, σε κανα τρίμηνο.
Τρίτον, αντίδραση. Ήτοι μάχη για να φιμωθεί κι άλλο ο λαός, να πάνε πίσω οι εκλογές μπας και δώσει η πολιτική ελίτ τη μάχη της επιβίωσής της με καλύτερους όρους, καθότι αποτελεί ακόμα χρήσιμο πυλώνα του παρασιτικού κεφαλαίου. Η αντίδραση όμως πέραν της καταστολής της φωνής του λαού έχει και ένα ακόμα νόημα: την προσπάθεια επαναφοράς ως κυρίαρχων, πολιτικών που ανατρέχουν από 20 με 30 χρόνια στο παρελθόν έως μερικούς αιώνες. Από το νεοφιλελευθερισμό της Θάτσερ και του Ρήγκαν, στη διάλυση του παραγωγικού ιστού των πρώην σοβιετικών κρατών, έως την άρνηση του κοινωνικού συμβολαίου και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.
Αυτή η πλευρά δομείται γύρω από την κυβέρνηση Παπαδήμου και γύρω από μια διαρκή απειλή, μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης: το έθνος κινδυνεύει, υπάρχουν πάντα χειρότερα, το τέλος του έθνους θα έρθει με μια χρεοκοπία, που ενδύεται την αχλύ του μύθου προκειμένου να φαντάζει ως η μεγίστη απειλή.
Από την άλλη υπάρχει η διάσπαρτη οργανωτικά, παρότι πλειοψηφική κοινωνικά και πολιτικά προοδευτική, δημοκρατική και κατά βάση σοσιαλιστικού προσανατολισμού πλευρά. Η πλευρά που ξεκίνησε ως αντί- μνημονιακή σε μια σειρά κομμάτων, κινήσεων και κινημάτων. Πάνω σε αυτήν την άρνηση, που δικαιώθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, χτίστηκε μια σειρά θέσεων εξόδου από την κρίση, που λοιδορήθηκαν και τους στερήθηκε το δημόσιο βήμα.
Σήμερα η πλευρά αυτή πρέπει να κινηθεί σε ορισμένους βασικούς άξονες: πρώτον, απάντηση στο τρομοκρατικό δίλημμα φτωχοποίηση ή πτώχευση. Το δίλημμα είναι ψευδές και μπορεί να αποδειχθεί πόσο ψευδεπίγραφο είναι μέσα από μερικές απλές ερωτήσεις: ποιοι κυρίως θα χάσουν λεφτά αν δεν αποπληρωθούν τα ελληνικά ομόλογα και ενργοποιηθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου; ποιοι θα συγκρατήσουν και πως, το συστημικό κίνδυνο από ένα πιστωτικό γεγονός στην Ελλάδα; πόσα από τα 130 δις ευρώ της νέας δανειακής σύμβασης θα πάνε στους πιστωτές μας και πόσα σε εσωτερικές ανάγκες; ποια ήταν η κατάσταση το 2010 προ της αποδοχής του εκβιασμού και ποια το 2012 μετά από δύο εκβιαστικά μνημόνια; Ποιος θα μας βγάλει και βάσει ποιων συνθηκών με το ζόρι από το ευρώ; Δίπλα σε αυτά υπάρχουν πολλά ακόμα ερωτήματα που το κατεστημένο θάβει διότι οι απαντήσεις καταδεικνύουν πόσο χάρτινοι είναι οι εκβιασμοί του.
Δεύτερον, βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη, κοινή στρατηγική εξόδου από την κρίση με αιχμές την παραγωγική ανασυγκρότηση, την κοινωνική συνοχή, την εθνική και λαϊκή κυριαρχία. Λόγια θα μου πείτε. Ωστόσο υπάρχουν μια σειρά πολιτικών που έχουν προταθεί και που αν μη τι άλλο δίνουν προοτική επιτυχίας απέναντι στην απδεδειγμένα καταστροφική για το λαό μνημονιακή πολιτική. Και τρίτον άλλη πρόταση εξουσίας, που θα περνάει όχι μέσα από την αλαζονική απόπειρα λεηλασίας της βάσης του ΠΑΣΟΚ, ούτε μέσα από έναν αφελή βολονταρισμό αλλά αντίθετα μέσα από τη σύνθεση στο πεδίο των κοινωνικών κινημάτων και της προγραμματικής σύγκλησης. Σήμερα απαιτείται αντίπαλο δέος, άλλος πόλος απέναντι στην πλευρά του νεοφιλελευθερισμού και της αντίδρασης. Που θα πετύχει να μιλήσει άμεσα ο λαός και θα υλοποιήσει την πολιτική ρήξης με το μνημονιακό φαύλο κύκλο.
Οι πραγματικές κόκκινες γραμμές λοιπόν είναι αυτές που χωρίζουν το μπλοκ δυνάμεων της νεοφιλελεύθερης αντίδρασης από το μπλοκ δυνάμεων της δημοκρατίας και της προόδου. Οι άλλες εξαντλούνται στην κακοπαιγμένη παράσταση που κάθε τρίμηνο ανεβάζουν γνωστοί πια άνθρωποι, με την ευγενική χορηγία γνωστών πια επιχειρηματιών.
Θέμης Τζήμας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

να είσαι καλά..