Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Απριλίου 2017

Ποιος στα αλήθεια γεννάει το φασισμό;



Του Χρήστου Αβραμίδη
από το περιοδικό “Αναιρέσεις” , τεύχος 19

…τη γη ξαναμοιράζουν

Η σκύλα που γέννησε τον φασισμό , βρίσκεται πάλι σε οργασμό, φέρεται να είπε κάποτε ο Μπρεχτ.
Αλλά αλήθεια ποιος γκάστρωσε πάλι την σκύλα και ποιος είναι ο πατέρας και η μάνα του φιδιού; Αυτά και άλλα πολλά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν όλο και περισσότερο τα mainstream ΜΜΕ και οι απαντήσεις τείνουν να διαπλέκονται με έναν μεταμοντέρνο τρόπο που θυμίζουν περισσότερο κουτσομπολιό παρά πολιτικό διάλογο και ανάλυση. Ο Σταύρος Θεοδωράκης μας είπε ότι φταίνε οι ακραίες ενέργειες, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, μίλησε για τους αγανακτισμένους και όλοι μαζί δεν ξέχασαν να υπονοήσουν ή να αναφέρουν ότι πίσω από όλα  κρύβεται η αριστερά και οι αγώνες της.
Μαθήματα ευρωπαϊκής Ιστορίας
Η ιστορία διδάσκει, και δυστυχώς ή ευτυχώς, αποδείχτηκε ότι είναι ο καπιταλισμός που γέννησε και εξέθρεψε, τροφοδοτήθηκε και αναστήθηκε από τον φασισμό κάποτε. Επίσης “ Η ιστορία γράφεται με αγώνες εργατών” όπως λέει ένα σύνθημα, μερικές φορές, όμως αυτοί οι αγώνες είναι αρκετά ισχυροί για να ενοχλήσουν την “φιλελεύθερη” “δημοκρατία” και το κατεστημένο, όχι όμως και τόσο ισχυροί, για να την καταργήσουν και να την αντικαταστήσουν με μία σοσιαλιστική δημοκρατία. Εκεί, η ιστορία γράφεται με “αγώνες” φασιστών που από κοινού με τους κεφαλαιοκράτες αναλαμβάνουν να αφανίσουν το εργατικό κίνημα και να εντάξουν την ταξική πάλη μέσα στο έθνος.
Στα δύο φασιστικά κινήματα που κατάφεραν να πάρουν την εξουσία έχουμε κάποια κοινά, που τηρουμένων των αναλογιών τα βλέπουμε και σήμερα. Ο φασισμός ουσιαστικά έρχεται να φωλιάζει εκεί που αμφισβητείται η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αλλά την ίδια στιγμή, δεν διαφαίνεται ως ρεαλιστική μια άλλη προοπτική.  Έτσι, τόσο στην Ιταλία όσο και την Γερμανία έχουμε ένα διάστημα εντός του οποίου οι εγγενής αντιθέσεις του καπιταλισμού αλλά κυρίως οι εργατικές κινητοποιήσεις, αμφισβητούν την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Κάτι τέτοιο μεταφέρεται και στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, όπου σε Ιταλία και Γερμανία έχουμε μια σειρά από βραχύβιες κυβερνήσεις που δεν μπορούν να πάρουν τα απαραίτητα, “ριζοσπαστικά” μέτρα, ενάντια στον λαό και κατά συνέπεια υποχωρούν και καταρρέουν.
Αυτό έχει σαν συνέπεια, οι ελίτ και τα κόμματά τους, να προετοιμάζουν μια κατάσταση ισχυρού αυταρχικού κράτους για να μπορέσουν να περάσουν αυτήν την κρίση χωρίς να ανατραπεί η εξουσία και τα προνόμιά τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι πριν από την ισχυροποίηση των φασιστών στην Ιταλία, η κυριότερη εργοδοτική ένωση ανέφερε
‘Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με μια εντατικοποίηση της παραγωγής, μαζί με μια μείωση της μη αναγκαίας κατανάλωσης  και για αυτό το σκοπό η κυβέρνηση πρέπει να έχει μια καθαρή , ακριβή στιβαρή στρατηγική  που να εγγυάται την πειθαρχία σε όλη τη χώρα και την ασφάλεια, τόσο για την ανάπτυξη ελεύθερων ατομικών πρωτοβουλιών όσο και για τη διατήρηση των κανόνων του νόμου”(Μπέχαν 2012 51)

Έτσι λοιπόν, σταδιακά προλειαίνεται το έδαφος για την ισχυροποίηση των φασιστών  που ωφελούνται από την λαϊκή αγανάκτηση αλλά και την στήριξή τους από μέρους των ισχυρών τάξεων.
Αυτές οι τάξεις, στα πρώτα χρόνια προσφέρουν μία μικρή βοήθεια. Στην συνέχεια όμως, όταν πλησιάζει ο κίνδυνος της επαναστατικής ανατροπής, παρέχουν όλο και περισσότερους πόρους και διευκολύνσεις προς τους φασίστες. Τόσο στην Ιταλία όσο και στην Γερμανία, ενώ το πολιτικό αδιέξοδο συντηρείται, όλο και εντείνονται οι σχέσεις των φασιστών με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Άλλωστε στην Γερμανία, ο Γκέρινγκ σε μία συνάντηση με τους βιομηχάνους, αναφέρει το 1933 ότι η βιομηχανία πρέπει να ενισχύσει το ναζιστικό κόμμα, διότι αν κερδίσει, αυτές οι εκλογές μπορεί να είναι οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα ή εκατό χρόνια. Τις επόμενες τρεις εβδομάδες, ο τραπεζίτης Σαχτ, θα συγκεντρώσει ενισχύσεις για το ναζιστικό κόμμα από 17 διαφορετικές επιχειρήσεις!! (Αστερίου 2012. 112)
Κατά συνέπεια, μπορούμε ιστορικά, να βγάλουμε το συμπέρασμα, ότι ο φασισμός δεν αποτελούσε την πρώτη επιλογή για τους περισσότερους επιχειρηματίες, ήταν όμως η καλύτερη επιλογή σε σχέση με τα πιθανά ενδεχόμενα στις συνθήκες του 1922 και του 1933 αντίστοιχα που θα οδηγούσαν ή στον σοσιαλισμό ή σε ένα δυσλειτουργικό σύστημα αγοράς. Έτσι, έδωσαν την συναίνεσή και υποστήριξή τους στην δημιουργία ενός φασιστικού κράτους και έκαναν τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Επομένως, οι επιλογές που κάνουν οι οικονομικές και κατά συνέπεια πολιτικές ελίτ δεν είναι πάντα οι πρώτες στον κατάλογο των προτιμήσεών τους. Προχωρούν έχοντας πάντα να επιλέξουν ανάμεσα σε ένα φάσμα επιλογών. Σε κάθε διασταύρωση αυτού του δρόμου πάντως, επιλέγουν την αντισοσιαλιστική λύση. (Πάξτον 2006. 166)

Η αναγέννηση του φαινομένου στην Ελλάδα της κρίσης
Στην Ελλάδα, φαίνεται ότι συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται πολλοί ,διαφορετικοί όροι ευνοϊκοί προς το φασιστικό φαινόμενο.  Επιπλέον, σήμερα πραγματοποιείται η πλήρης κατάργηση της λαϊκής κυριαρχίας όπως αυτή προβλέπεται από το σύνταγμα , και η εκχώρησή της στις ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Βασσάλος 2012. 31-33) Ρόλο ατμομηχανής σε αυτή την διαδικασία, παίζει, η ύπαρξη του Μνημονίου και οι απαιτήσεις των δανειστών για μείωση του πραγματικού κοινωνικού μισθού, κάτι που τις περισσότερες φορές προβλεπόταν ήδη από τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλωσορίζεται από τα κόμματα εξουσίας. Επίσης, σήμερα , επικρατεί η κατάσταση όπου ο άνθρωπος εντός της αστικής κοινωνίας και του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας, μετατρέπεται σε μία αδύναμη προσωπικότητα (Παυλίδης 2012. 106-108 ),  με μηδενικούς ηθικούς πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς (Πάξτον 2006. 290) και φυσικά με αδύναμη συλλογική μνήμη (Γούναρη και Γρόλλιος 2010, 88 και Standing 2012) . Έτσι, η Χρυσή Αυγή προτείνει την αυτοδιάλυση, δηλαδή την πλήρη στράτευση του Εγώ μέσα σε ένα κίνημα “αναγέννησης” και “ενοποίησης” εντός της φαντασιακής κοινότητας του έθνους. Επιπλέον, μέσα σε όλο αυτό το εκρηκτικό κλίμα, μείωσης της βιοτικού επιπέδου της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού, ο αποδιοπομπαίος τράγος βρίσκεται από πολύ κόσμο, στο πρόσωπο των μεταναστών. Είναι εμφανές ότι, η πολιτική ατζέντα των τελευταίων κυβερνήσεων που ιεραρχεί ως σημαντικό το ζήτημα των μεταναστών και της παρεμπόδισης πρόσβασης στην Ελλάδα με κατασταλτικά μέσα, αντικειμενικά προωθεί την λογική της Χρυσής Αυγής.
Πέραν τούτων σημαντικό ρόλο παίζουν οι λανθάνουσες εδαφικές και ταξικές συγκρούσεις υπό προϋποθέσεις, μπορούν να γίνουν βούτυρο στο ψωμί των φασιστών. Βέβαια, όπως αναφέρει ο Κωστόπουλος, οι φασίστες, πάντοτε λένε αυτά που αναπαράγει η κυρίαρχη ιδεολογία και η κοινή λογική και τα προεκτείνουν στα άκρα (Κωστόπουλος 2012) .Ως εκ τούτου, όταν η κυρίαρχη ιδεολογία επέλεξε να ανοίξει το ζήτημα της ονομασίας της Μακεδονίας με όρους “τετραχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού” , ήταν προφανές ποιος μπορούσε  εν τέλει, να εκφράσει με συνέπεια την κυρίαρχη ιδεολογία. Το κυριότερο σημείο όμως στο οποίο θα έπρεπε να σταθούμε, είναι το ότι η χώρα μας παρουσιάζει μία έντονη κρίση που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω της εφαρμογής παραδοσιακών λύσεων. Αυτό είναι και κάτι που στην πρώτη διασταύρωση των λύσεων, μίας σοσιαλιστικής εξουσίας από την μία και μίας φασιστικής από την άλλη είναι πολύ πιθανό να στρέψει τις ελίτ προς την δεύτερη επιλογή κάτι που είναι βασικό για το άνοιγμα του δρόμου προς τον φασισμό, όπως άλλωστε συνέβη ιστορικά σε Γερμανία και Ιταλία. Υπό αυτή τη οπτική, την οπτική δηλαδή, της απόγνωσης της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού είναι πολύ χαρακτηριστική η δήλωση του Βενιζέλου, ο οποίος αναφέρει ότι για να σωθούμε, “Ο Θεός της Ελλάδας θα πρέπει να βάλει το χέρι του” (Βενιζέλος 2012).
Κατάσταση έκτατης ανάγκης (ή αλλιώς συνολική καταστρατήγηση των δημοκρατικών ελευθεριών )

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε οδηγηθεί σε μία κατάσταση όπου όπως και τότε παρατηρείται μία πολύ σημαντική κρίση του υπαρκτού φιλελευθερισμού , και των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Στο παρελθόν, ήταν οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις που απορύθμισαν την αγορά και το κοινοβούλιο  -βασικές φιλελεύθερες λύσεις-  με αποτέλεσμα ο φασισμός να προτείνει νέες λύσεις στις προκλήσεις που ανέκυπταν από τις κοινωνικές εντάσεις. Σήμερα, βέβαια, δεν έχουμε πόλεμο μεγάλης κλίμακας ή κοινωνικές επαναστάσεις, αλλά τα φιλελεύθερα πολιτεύματα βρίσκονται πάλι σε σημείο καμπής λόγω της κοινωνικής αναστάτωσης. Αυτή η κατάσταση οξύνεται ακόμα περισσότερο, σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου η καπιταλιστική δομική κρίση συνδυάζεται με  κρίση χρέους. Χαρακτηριστική είναι και η δήλωση του think tank της αστικής τάξης, Χέρφριντ Μύνκλερ, που αναφέρει:
“Ωθώντας προς περισσότερο εκδημοκρατισμό, είναι σαν να παίζεις ένα παράτολμο παιχνίδι το οποίο μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Ευρώπης. Αυτοί που βλέπουν τον εκδημοκρατισμό σαν μια λογική αντίδραση στην κρίση δεν έχουν πολυκαταλάβει το ρίσκο. Η δημοκρατία χρειάζεται συνθήκες οι οποίες αυτή τη στιγμή δεν υφίστανται στην Ευρώπη. “(Μύνκλερ 2012)
Να που μερικές δηλώσεις “φιλελεύθερων δημοκρατών ” έχουν σατανική ομοιότητα με τις δηλώσεις τις Χρυσής Αυγής:  “Η ασθένεια της Ευρώπης είναι ακριβώς αυτή που προβάλλεται ως θεραπεία και ονομάζεται δημοκρατία.” (Ζιάκα 2012. 370)
Επομένως για να επιβιώσει το καπιταλιστικό σύστημα έχουμε σήμερα παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, την προώθηση και εδραίωσης μιας κατάστασης διαρκούς “εξαίρεσης”, αλλά και την  προώθηση του ιδεολογήματος της κυβέρνησης των ικανών και των άξιων. Σε ότι αφορά την κατάσταση εξαίρεσης, αυτή αναφέρεται σε μία έννοια της γερμανικής νομικής παράδοσης  που αφορά την προσωρινή αναστολή του συντάγματος και του κράτους δικαίου, παρόμοια με την έννοια της κατάστασης πολιορκίας στη γαλλική παράδοση. Η συγκεκριμένη  παράδοση συνταγματικής σκέψης υποστηρίζει ότι σε περιόδους σοβαρής κρίσης και κινδύνου, όπως για παράδειγμα εν καιρώ πολέμου, το σύνταγμα πρέπει να αναστέλλεται προσωρινά και να δίνονται έκτακτες εξουσίες  σε ένα ισχυρό εκτελεστικό σώμα, ή ακόμα και σε έναν δικτάτορα, προκειμένου να προστατευτεί η πολιτειακή τάξη. Από ότι βλέπουμε στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως αυτή η κατάσταση τείνει να γίνει μόνιμη και γενική, να γίνει δηλαδή ο κανόνας. (Χαρντ και Νέγκρι. 2011  25-26)
Εκτιμούμε ότι σαφής υλοποίηση των παραπάνω αντιλήψεων ήταν, ο διορισμός του Παπαδήμου δηλαδή ενός μη εκλεγμένου “άξιου” τραπεζίτη ως πρωθυπουργού της χώρας, καθώς και η σύσταση του σημερινού υπουργικού συμβουλίου που αποτελείται κατά βάση από μη εκλεγμένους “ικανούς” τεχνοκράτες. Βεβαίως σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πούμε ότι η αντίληψη για κυβέρνηση των ικανών και η απαισιοδοξία απέναντι στις δυνάμεις τις δημοκρατίας, ήταν πάντοτε αντιλήψεις που εξέφραζε το φασιστικό κίνημα. Έτσι, ήδη από το 1840 ένας ανακηρυσσόμενος από τους ναζί ως πολιτικός τους πρόδρομος, ο Καρλάιλ, προτείνει στην Αγγλία  ως θεραπεία της κοινωνίας την διοίκηση από μία ελίτ αποτελούμενη από ανιδιοτελείς αρχηγούς της βιομηχανίας και άλλους φυσικούς ήρωες (Πάξτον 2006. 55). Άλλωστε, τα φασιστικά κινήματα ιστορικά υπογράμμιζαν πόσο ασήμαντοι είναι οι νόμοι της εκλογικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας καθώς στην πράξη υπονομεύονταν αναπόφευκτα από την εξουσία των ελίτ και από τα “παράλογα “κατάλοιπα των λαϊκών αισθημάτων και των μαζών. Πάντως, το ότι οι φασίστες ενισχύονται από την αστική τάξη μόνο όταν για αυτήν δεν υπάρχει άλλη πολιτική λύση, φαίνεται να καταρρίπτεται από την ελληνική ιστορία, όπου στον μεσοπόλεμο οι αστοί, ενίσχυαν τα φασιστικά μορφώματα χωρίς να υπάρχει την συγκεκριμένη στιγμή υπαρκτός επαναστατικός κίνδυνος, απλά προληπτικά, ενόψει και των πιθανών συνεπειών της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 (Μαρκέτος 2006 21). Αυτό βεβαίως συμβαίνει, διότι τα φασιστικά κινήματα δεν χρειάζεται να φτάσουν στο σημείο συγκυβερνήσουν με τα αστικά πολιτικά κόμματα ( όπως συνέβη  αρχικά σε Ιταλία και Γερμανία) ούτε (όπως συνέβη στην συνέχεια) να κάνουν πραξικοπήματα, για να φανούν χρήσιμα στην αστική τάξη,να ζημιώσουν το εργατικό κίνημα και να συνεισφέρουν στην καπιταλιστική σταθερότητα.
Αντί επιλόγου, θα παραθέσουμε απόσπασμα από την ομιλία ενός ανθρώπου  που αγωνίστηκε ενεργά (με τανκς και αεροπλάνα) σε εκείνη την εξέγερση του Δεκέμβρη του 1944 για να διαφυλάξει την “φιλελεύθερη δημοκρατία” στην χώρα μας. Έτσι για να ξέρουμε με ποιους είχαμε και έχουμε να κάνουμε…
“Το κίνημά σας πρόσφερε υπηρεσία σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο μεγάλος φόβος που διακατείχε τον δημοκρατικό ηγέτη  ή ηγέτη της εργατικής τάξης ήταν η πιθανότητα να υπονομευτεί ή να υπερθεματιστεί από κάποιον πιο ακραίο από αυτόν. Φαίνεται ότι μια συνεχής μετακίνηση προς τα αριστερά, ένα είδος αναπόφευκτης διολίσθησης την άβυσσο ήταν το χαρακτηριστικό όλων των επαναστάσεων. Η Ιταλία έδειξε ότι υπάρχει ένας τρόπος να παλέψεις τις ανατρεπτικές δυνάμεις, ένας τρόπος που μπορεί να κινητοποιήσει την πλειοψηφία του κόσμου, η οποία κατάλληλα καθοδηγούμενη, μπορεί να εκτιμήσει και να θελήσει να υπερασπίσει την τιμή και τη σταθερότητα των πολιτισμένων κοινωνιών.  Η Ιταλία παρείχε το απαραίτητο αντίδοτο στο ρώσικο δηλητήριο. Από δω και στο εξής, κανένα μεγάλο έθνος δεν θα μείνει χωρίς το έσχατο μέσο προστασίας απέναντι στην ανάπτυξη καρκινωμάτων… Αν ήμουν Ιταλός θα ήμουν με όλη την καρδιά μαζί σας, από την αρχή μέχρι το τέλος, στη θριαμβευτική σας μάχη ενάντια στις βάρβαρες ορέξεις και τα πάθη του Λενινισμού.”
Ουίνστων Τσώρτσιλ: ομιλία στην φασιστική Ρώμη το 1927
(Μπέχαν 2012. 164)

Βιβλιογραφία
Αστερίου, Ελένη 2012. “Φασισμός ,μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη”. Μαρξιστική Σκέψη. 5: 97-129
Βασσάλος, Γιώργος. 2012. “Πάνω απ’του κάστρου των Βρυξελλών τη σκοπία, οι Πολυεθνικές κοιτούν”.  Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας. 1:24- 37
Γούναρη, Παναγιώτα και Γρόλλιος, Γιώργος. 2010. Κριτική Παιδαγωγική, μία συλλογή κειμένων. Αθήνα: Gutenberg
Ζιάκα, Χριστίνα. 2012. “Χρυσή Αυγή, ο φασισμός από την ανυπαρξία στο προσκήνιο σε συνθήκες κρίσης”.  Μαρξιστική Σκέψη. 5:367-381
Μαρκέτος, Σπύρος. 2006. Πως φίλησα τον Μουσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού.
Αθήνα: Βιβλιόραμα
Μπέχαν, Τομ. 2012. Arditi del Popolo Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης. Αθήνα : Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Πάξτον, Ρόμπερτ. 2006. Η ανατομία του φασισμού. Αθήνα: Κέδρος
Παυλίδης, Περικλής. 2012. Η γνώση στη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο
Χαρντ, Μάικλ και Νέγκρι, Αντόνιο. 2011. Το Πλήθος , πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια
Guy, Standing. 2012. Precariat: From Denizens to Citizens?.  Northeastern Political Science Association. Ανακτήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2012
Ηλεκτρονικές πηγές
Βενιζέλος, Ευάγγελος 2012. Δηλώσεις. Ανακτήθηκε τις 30 Σεπτεμβρίου 2012. (http://www.agioritikovima.gr/2011-07-14-22-28-56/6407-euaggelos-benizelos-o-theos-tis-ellantas-na-mas-boithiei)
Κωστόπουλος, Τάσος 2011. “Πως φίλησα τον Μουσολίνι”- Παρουσίαση. Ανακτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2012. (http://www.youtube.com/watch?v=zhTcKYXXyHg)
Μύνκλερ, Χέρφριντ. Από την ανικανότητα των ηγετών στην ανικανότητα της Δημοκρατίας. Ανακτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου  2012. (http://ksipnistere.blogspot.gr/2011/07/blog-post)
http://ilesxi.wordpress.com/2012/11/12/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/ 

10 Οκτωβρίου 2012

Η αφλογιστία μπροστά στην επέλαση των βαρβάρων...

Εδώ και δυο χρόνια τα έχουμε δοκιμάσει σχεδόν όλα: απεργίες, καταλήψεις, συγκρούσεις, πλατείες... ακόμη και τις εκλογές. Ζήσαμε στιγμές αγωνιστικής κορύφωσης και ευφορίας, στιγμές ανεπανάληπτες, αλληλεγγύης και συνδημιουργίας, ζήσαμε και στιγμές ταπεινωτικής ήττας, αμηχανίας και αδυναμίας. Ήμασταν έτοιμοι να πιαστούμε, σαν τους ναυαγισμένους, από την πρώτη αυταπάτη που θα βρισκόταν δίπλα μας, όπως οι εκλογές, αλλά και να πιστέψουμε πως έτσι με μια «καλή ζαριά», με μια κινητοποίηση εκατομμυρίων για μια μέρα ή με μια «γερή» σύγκρουση, τα πάντα θα μπορούσαν να αλλάξουν. Συζητήσαμε πολύ, όπως δεν το έχουμε κάνει ποτέ στο παρελθόν, σε πλατείες και σε συνελεύσεις χωρίς προαπαιτούμενα, και σκιαγραφήσαμε αρκετές φορές την αλλαγή που ονειρευόμαστε, έξω από κομματικές και ιδεολογικές προδιαγραφές, αλλά δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε τους δικούς μας ανεξάρτητους φορείς αυτής της αλλαγής. Σα να ζητάγαμε πάλι από άλλους να «βγάλουν το φίδι από την τρύπα» για εμάς...

Κι ενώ οι πλατείες έθεσαν το θέμα της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοοργάνωσης και της αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, άρκεσε και πάλι μια εκλογική αναμέτρηση για να τα παγώσει όλα, να στείλει πολλούς στους γνώριμους συνηθισμένους ρόλους του κομματικού ψηφοσυλλέκτη ή του κομματικού ψηφοκαταναλωτή... Κι ενώ οι απεργίες ξεπερνούσαν αυτούς που αναγκάζονταν να τις κηρύξουν, τις ποικιλώνυμες κρατικές-κομματικές συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, περιμέναμε ξανά και ξανά από αυτούς να πάρουν την πρωτοβουλία για άλλη μια προδιαγεγραμμένη παρέλαση-πορεία... Κι ενώ τα αυτόνομα εγχειρήματα της αλληλέγγυας-συνεργατικής οικονομίας και των ελεύθερων αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών χώρων πολλαπλασιάζονταν και συγκροτούσαν έναν «άλλο υπαρκτό κόσμο», οι ιδεολογικές αγκυλώσεις και η συνήθεια της εξάρτησης από το κράτος και από το κεφάλαιο τα πολεμούσαν ως δήθεν «νησίδες» που εξωραΐζουν τον καπιταλισμό...

Κι ακόμη, ενώ γινόταν όλο και πιο εμφανές ότι η κρίση είναι παγκόσμια, είναι του καπιταλισμού, κι ότι επομένως δεν υπάρχει «εθνική λύση» αλλά ούτε και καπιταλιστική «ευρωπαϊκή λύση», η πλειοψηφία της αριστεράς συνέχισε να επενδύει είτε στα «εθνικά χρώματα» της δραχμής και της ανάπτυξης είτε στα «ευρωπαϊκά χρώματα» της διαπραγμάτευσης στα πλαίσια της ΕΕ, ξιφουλκώντας με ξενόφερτες «κατοχές» και «κακές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις», και στρώνοντας το έδαφος στην ευρύτερη νομιμοποίηση των εθνικιστικών αντιλήψεων...

Όλα τελικά συμπυκνώθηκαν στην «απαλλαγή από τα μνημόνια», έναν χυλό προσδοκιών και συμφερόντων χωρίς προοπτική, αφού δεν απαντούσε στο βασικό ζήτημα «τι μετά από αυτά», ικανό να χωρέσει μέσα του και να «ξεπλύνει» όχι μόνο την παλιά συντηρητική σκουριά αλλά και τις «νέες» φασιστικές ιδέες και πρακτικές της «σωτηρίας της χώρας».

Φτάνουμε έτσι και στην εκρηκτική άνοδο της Χρυσής Αυγής. Πολλοί έχουν σταθεί, σωστά, στη συγκυρία που την ανέδειξε και στην ισχυρή ώθηση από το κράτος και τα ΜΜΕ, όμως το φαινόμενο είναι πολύ πιο βαθύ. Συμπυκνώνει μια πορεία δεκαετίας τουλάχιστον, όπου η νεόπλουτη μικροαστική κοινωνία του «εκσυγχρονισμού» και της «ολυμπιακής ευφορίας» ενσωματώνει πλατιά την εκμετάλλευση των μεταναστών σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της ζωής, υπό τα αμήχανα και συγκαταβατικά μάτια της αριστεράς. Συνηθίσαμε να ζούμε με την εκμετάλλευση και από την εκμετάλλευσή τους στα χωράφια, στις βιομηχανίες, στις βιοτεχνίες, στα σπίτια, ώσπου η κρίση μάς τους αποκάλυψε ως «πλεονάζοντα απορρίμματα», αφού πλέον οι ίδιοι οι έλληνες μπορούν να πάρουν τη θέση τους με τις ίδιες συνθήκες εκμετάλλευσης... Να θυμίσουμε μήπως πώς αντιμετωπίστηκε, ακόμη και από την αριστερά, μια από τις λίγες μαχητικές εκδηλώσεις αυτοοργάνωσης των ίδιων των μεταναστών και αλληλέγγυας στήριξή τους, η απεργία πείνας των 300;

Όμως η Χρυσή Αυγή δεν αντλεί μόνο από αυτή τη βαθιά δεξαμενή που γεμίζει μεθοδικά και σχεδόν ανεμπόδιστα εδώ και χρόνια. Αντλεί επίσης από τη βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος, την απαξίωση της αστικής «δημοκρατίας», τον εξευτελισμό του πολιτικού προσωπικού, και επενδύει σε μια «αντικομφορμιστική» και «τσαμπουκαλίδικη» στάση έκφρασης των πιο πληβειακών αισθημάτων αποστροφής και εκδίκησης απέναντι στο πολιτικό σύστημα, πατώντας και στο κενό που αφήνει η νομιμόφρων νωχελικότητα της αριστεράς.

...και οι ανάσες του νέου υπαρκτού κόσμου της αλληλεγγύης και της αυτοδιαχείρισης

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η εμβληματική απεργία των χαλυβουργών, συμπυκνώνει δραματικά, όπως άλλοτε η απεργία των ανθρακωρύχων στην Αγγλία της Θάτσερ, το τέλος μιας ολόκληρης εποχής του εργατικού κινήματος. Η βαριά ήττα αυτής της απεργίας διαρκείας, που κέρδισε πολύ πλατιά συμπαράσταση και αλληλεγγύη, δεν είναι απόρροια μόνο της στενής, γραφειοκρατικής και
νομιμόφρωνης διαχείρισής της από το ΠΑΜΕ, αλλά και του περιεχομένου του αγώνα που δεν πήγε πέρα από τη διεκδίκηση επιστροφής στην παλιά «καλή» κατάσταση, στην προηγούμενη «ισορροπία» ισχύος και εκμετάλλευσης.

Δεκάδες μεμονωμένοι αγώνες, όπως και «κεντρικά» η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, είχαν την ίδια λογική «επιστροφής» στο παλιό καλό «κράτος πρόνοιας» της εξαργύρωσης της υποταγής και της σιωπής, της «επιδότησης» του συμβιβασμού, της μετατροπής του εργατικού κινήματος σε συνεργό των εγκλημάτων του κεφαλαίου. Σήμερα αυτή η λογική, και οι αντίστοιχές τους μορφές οργάνωσης και αγώνα, γκρεμίζονται με πάταγο, αφήνοντας μονάχους και άοπλους τους εργαζόμενους στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Όμως μέσα από τη σκόνη του κατεδαφιζόμενου οικοδομήματος του κρατικού, γραφειοκρατικού, κομματικού, πελατειακού και εργοδοτικού συνδικαλισμού αναδύονται νέες δομές αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης και άμεσης δράσης, καθώς και ένας νέου τύπου, αυτόνομος από το κράτος και το κεφάλαιο, συνεργατισμός. Ο αγώνας των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, για παράδειγμα, σπάει τα όρια των συνηθισμένων αγώνων και θέτει επιθετικά το καίριο ζήτημα της εποχής για να πάνε αλλιώς τα πράγματα: «να πάρουμε την παραγωγή στα χέρια μας».

Η αυτοδιαχείριση από το επίπεδο της παραγωγής μέχρι το επίπεδο της αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας είναι ο άμεσος δρόμος της κοινωνικής αλλαγής, η επανάσταση εδώ και τώρα, που απαντάει στο εναγώνιο ερώτημα «μπορούμε να ζήσουμε αλλιώς;», όχι με επαγγελίες και προγράμματα σωτήρων, αλλά με την καθημερινή πράξη ανθρώπων ικανών να απεξαρτηθούν από τα μέσα επιβίωσης και αναπαραγωγής του κράτους και του κεφαλαίου. Είναι η δημιουργική «στιγμή» της εξέγερσης, εκεί που επιχειρείται ο αυτοκαθορισμός μας πέρα από τις ταυτότητες και τους ρόλους στους οποίους μας έχει στοιχίσει το σύστημα, η δημιουργία πάνω στα ερείπια του παλιού κόσμου. Ας διαβούμε αυτό το δρόμο, κόντρα στην ηττοπάθεια της παλιάς πολιτικής και του παλιού κινήματος, με τη μεγαλύτερη πολυμορφία εγχειρημάτων και δοκιμών, και με τον πιο μαχητικό συντονισμό και αλληλοστήριξή τους. Για να έχουμε κάτι που να αξίζει να υπερασπιστούμε απέναντι στην επέλαση των βαρβάρων...
εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ

17 Ιουνίου 2012

17 Ιουνίου:έναυσμα για μεγάλες αλλαγές


Ας ολοκληρώσουμε το μάθημα των πλατειών και την εξέγερση της 6ης Μαΐου

Στην πρωτόγνωρη συλλογική εξαθλίωση ενός λαού οι ιδεολογικές διαφορές και ιστορικές καταβολές εξανεμίζονται
 
Του Κώστα Δουζίνα

Σπάνια μια εκλογική αναμέτρηση έχει την ιστορική σημασία των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Σημασία για όλους τους Έλληνες πρώτα. Μετά για τους πολλούς αποκλεισμένους και κατατρεγμένους ανάμεσά μας, τους ανέργους, τους χαμηλόμισθους, τους μετανάστες, όλους αυτούς που τα τελευταία τρία χρόνια θυσιάστηκαν στο βωμό της σωτηρίας του συστήματος εξουσίας. Τέλος, ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εκλογές για τους αριστερούς.

Το διακύβευμα για κάθε πολίτη, πέρα από ιδεολογικές εντάξεις, είναι η επιβίωση του λαού μας, το μέλλον της εθνικής ανεξαρτησίας και η αναβίωση της δημοκρατίας. Η 17 Ιουνίου θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα εξακολουθήσει την αποικιακή πορεία που της επιβλήθηκε ή αν θα αποκτήσει ξανά τη δυνατότητα να αποφασίζει τις τύχες της μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες.

Σ’ αυτά τα προφανή και βασικά, όλοι μας, αριστεροί κεντρώοι και δεξιοί, βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά. Η κοινή πολιτική επιθυμία που εκφράστηκε στις πλατείες βρήκε στις 6 Μαΐου, την ενότητα πολιτικής εκπροσώπησης.

Είμαστε το 99% που δουλεύει, παράγει, αγαπάει τη ζωή και την τέ­χνη, νοιάζεται για τους ανθρώπους. Έχουμε απέναντι το παρασιτικό 1% που απομυζά τη ζωή και τα όνειρα μας, βγάζει παράλογα και παράνομα κέρδη, εξάγει τους απλήρωτους φόρους στην Ελβετία και το Λονδίνο. Στο 99% ανήκουν συλλογικά τα κοινά αγαθά. Τα φυσικά αγαθά, νερό, ατμόσφαιρα, περιβάλλον, ενέργεια, θάλασσα. Τα κοινωνικά αγαθά, λόγος και ιδέες, επικοινωνία και τέχνες, λογοτεχνία και επιστήμη, το μεγαλύτερο κεφάλαιο της Ελ­λάδας. Τέλος τα κοινά αγαθά της συνεργασίας και της δικτύωσης, της έμπνευσης και της πρωτοτυπίας. Όταν τα κοινά ιδιωτικοποιούνται ή κρατικοποιούνται, τότε όλοι πτωχεύουμε γιατί οι κοινές πηγές και πόροι ζωής στερεύουν. Στην υποστήριξη αυτών των βασικών που σηματοδοτούν τη θέληση να ζούμε μαζί, να είμαστε Έλληνες, δεν υπάρχουν διαφορές. Όταν τα κοινά χαθούν, όλοι χάνουμε.

Ποτέ σε περίοδο ειρήνης δεν έχει υπάρξει τέτοια συλλογική εξαθλίωση ενός λαού. Σ’αυτή την κατάσταση, ιδεολογικές διαφορές και ιστορικές καταβολές εξανεμίζονται. Ο άνεργος δεξιός και ο άνεργος αριστερός δεν διαφέρουν όταν ψάχνουν για δουλειά που δεν υπάρχει. Ο πατριώτης και ο διεθνιστής δεν διαφέρουν όταν απολύονται ή ευτελίζονται. Ο άπορος νέος και ο ανήμπορος γέρος υποφέρουν το ίδιο όταν κοιμούνται νηστικοί. Η αξιοπρέπεια του καταδιωγμένου μετανάστη και του περιφρονημένου άστεγου δεν διαφέρουν. Αν όλοι είμαστε άνθρωποι με δικαιώματα, όπως μας λένε συνταγματολόγοι και φιλάνθρωποι, η πρώτη μας υποχρέωση είναι να χτυπήσουμε τον αποκλεισμό και την άρνηση της βασικής ανθρωπιάς. Αυτή είναι, λοιπόν, η δεύτερη διαχωριστική γραμμή, πιο βαθιά από την πρώτη: χωρίζει εκείνους που ρητορικά υπόσχονται ευημερία και την παραβιάζουν διαρκώς απ’ αυτούς που κρίνουν ηθικά και αγωνίζονται πολιτικά να καταργήσουν διακρίσεις και αποκλεισμούς και να επεκτείνουν τη δημοκρατία σ’ όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής.

Για τους αριστερούς υπάρχει πρόσθετο διακύβευμα. Η σήψη του συστήματος οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής εξουσίας έφτασε τα όρια της. Η κατάρρευση του θα σημάνει όχι το τέλος της μεταπολίτευσης αλλά το τέλος της παντοδυναμίας και αυθαιρεσίας του μετεμφυλιακού πολιτικού καθεστώτος. Η άρρητη συμφωνία 60 χρόνων μεταξύ διοικούντων και των ξένων προστατών τους ότι η Αριστερά θα μείνει στο περιθώριο ανήμπορη και διαιρεμένη, άλλοθι και έμμεση νομιμοποίηση της εξουσίας, μπορεί να ανατραπεί.

Οι εκλογές δεν οδηγούν σε επαναστάσεις αλλά μπορούν να γίνουν το έναυσμα για μεγάλες αλλαγές. Ο καπιταλισμός αλλάζει τα ρούχα του συνεχώς, προσαρμόζεται στο περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες, διαλύοντας κάθε σταθερή αξία και υπονομεύοντας κάθε κοινότητα. Η καπιταλιστική αναδιοργάνωση που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Είναι ακόμη εύθραυστη, η λαϊκή αντίδραση την έχει καθυστερήσει και μπορεί να την ανακόψει. Αν δεν μπει ανάχωμα τώρα, σύντομα οι ανθρωποφάγες αλλαγές θα σταθεροποιηθούν. Ο καπιταλισμός είναι αδίστακτος, δεν περιμένει και δεν υπομένει. Οι λίγες κατακτήσεις, δικαιώματα και ευαισθησίες που ακόμη θεωρούμε δεδομένες, θα γίνουν αναμνήσεις και αντικείμενα μελέτης για μελαγχολικούς ιστορικούς.

Για την Αριστερά της ήττας, η άμυνα και η περιχαράκωση ήταν πρόσφορη στρατηγική. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά -για λίγο. Η καπιταλιστική κρίση έβαλε την ενωτική Αριστερά στη σκηνή. Ευκαιρία μοναδική, απρόσμενη, δύσκολα επαναλαμβανόμενη. Οι ναρκισσισμοί των μικρών διαφορών βοηθούν να κερδίζουμε μια πρόσκαιρη καθαρότητα ψυχής και να χάνουμε τον παράδεισο.

Μετά τη Μεταρρύθμιση, οι καταδιωγμένοι καθολικοί στην προτεσταντική Ευρώπη αποτάσσονταν τον Πάπα δημόσια για να σωθούν από την πυρά, λέγοντας μέσα τους ότι το κάνουν για τη νίκη της πίστης. Καλώ, λοιπόν, αριστερούς και κομμουνιστές να κάνουν το ίδιο: να ψηφίσουν την ενότητα της Αριστεράς, διατηρώντας στο απόλυτο τις κομμουνιστικές τους πίστεις. Αν το εγχείρημα αποτύχει, η Αριστερά θα ’ναι πάλι στη γωνία και τίποτα δεν θα ’χει χαθεί - ή κερδηθεί. Αν πετύχει, η παράβαση του (κομματικού) νόμου θα έχει υπηρετήσει την ιστορία - όπως ξέρουμε ο πρώτος κανόνας κάθε επανάστασης, η πρώτη ρήξη κάθε επαναστάτη είναι να πει ένα μικρό «όχι».

Τέλος, προσκαλώ τους διανοούμενους να αναλάβουν την ευθύνη της σκέψης και την ηθική της απόφασης. Όχι βέβαια αυτούς που γυρίζουν στα κανάλια σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δώσουν μεταθανάτια νομιμοποίηση στο κουφάρι της εξουσίας, ταυτίζοντας προσωπικά συμφέροντα με τη δημόσια αρετή. Απευθύνομαι σ’ αυτούς τους σεμνούς και ήπιους, αυτούς που δεν μίλησαν όχι γιατί φοβηθήκαν αλλά γιατί υπηρετούν την αισθητική μοναχικότητα (χωρίς να είναι Εγελιανές «όμορφες ψυχές»), την πολυπλοκότητα του ήθους και την αξιοπρέπεια της σκέψης. Σας καλώ, νυκτερινοί φίλοι, να παίξετε και ’σεις το πασκαλικό στοίχημα δίνοντας, με επιφυλάξεις και αμφιβολίες, μια ευκαιρία στην Αριστερά της ενότητας. Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα άλλο εκτός του ότι θα βρεθούμε πάλι μαζί στους δρόμους της αντίστασης οποιαδήποτε και να ’ναι η νέα ή παλιά εξουσία. Η επιμέλεια εαυτού και αντίστασης είναι, φίλοι υπόγειοι, το πρώτο καθήκον της σκέψης.

Ο σπόρος για τα αποτελέσματα του Μαΐου σπάρθηκε στο Σύνταγμα και τις λαϊκές συνελεύσεις, στην Κερατέα και τα διόδια. Xωρίς τις πλατείες, το σύστημα εξουσίας πιθανότατα θα είχε πετύχει την μεταθανάτια επιβίωσή του. Ο ρόλος της πλατείας και των άλλων κινημάτων αντίστασης ήταν καθοριστικός. Γενιές άνεργων και μη απασχολήσιμων, γυναίκες και άντρες, πολίτες και ξένοι, νέοι και γέροι, από διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες και ιστορικές καταβολές ξεσηκώθηκαν και έμαθαν τη σημασία της ανυπακοής ως υπέρτατης πολιτικής πράξης. Στις 6 Μαΐου, το πλήθος έγινε λαός και ψήφισε αποφασιστικά ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα απομένει να αποτελειώσουμε ό,τι αρχίσαμε. Η 17 Ιουνίου θα αποτελέσει το τέλος της δεύτερης πράξης της ελληνικής τραγωδίας. Η πρώτη έληξε με την παραίτηση Παπανδρέου, τον Νοέμβρη, διωγμένου από τη λαϊκή αγανάκτηση. Η τρίτη πράξη που ανοίγει τη Δευτέρα μπορεί να οδηγήσει στην κάθαρση. Κανένας Έλληνας, κανένας αποκλεισμένος και καταδιωγμένος, κανένας αριστερός ή σκεπτόμενος δεν μπορεί να χάσει αύτη την ευκαιρία.

Ο Κώστας Δουζίνας είναι Καθηγητής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Birkbeck του Λονδίνου. Το άρθρο δημοσιεύεται στον Δρόμο της Αριστεράς.

29 Μαΐου 2012

"Σώστε μας από τους σωτήρες"

του Σλαβόι Ζίζεκ
Φανταστείτε μια σκηνή δυστοπικής ταινίας που περιγράφει την κοινωνία μας στο κοντινό μέλλον. Φύλακες με στολές περιπολούν μισο-ερειπωμένους δρόμους του κέντρου την νύχτα, για κυνήγι μεταναστών, εγκληματιών και αλητών. Αυτοί που βρίσκουν είναι άγρια κακοποιημένοι. Αυτό που μοιάζει με ευφάνταστη Χολιγουντιανή εικόνα είναι πραγματικότητα στην Ελλάδα του σήμερα. Την νύχτα,  αυτόκλητοι προστάτες με μαύρες μπλούζες της νέο-φασιστικής  Χρυσής Αυγής που αρνείται το Ολοκαύτωμα – η οποία κέρδισε το 7% των ψήφων στον τελευταίο γύρο των εκλογών, και υποστηρίχθηκε, όπως λέγεται, από το 50% της αστυνομίας της Αθήνας – περιπολούν τους δρόμους και ξυλοκοπούν κάθε μετανάστη που βρίσκουν μπροστά τους: Aφγανούς, Πακιστανούς, Αλγερινούς. Οπότε, κάπως έτσι αμύνεται η Ευρώπη την άνοιξη του 2012.
Το πρόβλημα με την υπεράσπιση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ενάντια στην απειλή της μετανάστευσης έγκειται στο ότι η αγριότητα της υπεράσπισής αποτελεί μεγαλύτερη απειλή στον «πολιτισμό» από οποιονδήποτε αριθμό Μουσουλμάνων. Με τέτοιους υπερασπιστές και φίλους, η Ευρώπη δεν χρειάζεται εχθρούς. Πριν από 100 χρόνια, ο G. K. Chesterton όρισε το αδιέξοδο στο οποίο παγιδεύονται οι επικριτές της θρησκείας: “Oι άνθρωποι  που ξεκινούν να πολεμούν την Εκκλησία για το καλό της ελευθερίας και της ανθρωπότητας καταλήγουν να παραμερίζουν την ελευθερία και την ανθρωπότητα αρκεί να μπορούν να πολεμήσουν την Εκκλησία… Οι αντικληρικαλιστές δεν έχουν καταστρέψει τα θεία, έχουν όμως καταστρέψει τα εγκόσμια, αν αυτό τους προσφέρει κάποια ικανοποίηση.»  Πολλοί μαχητικοί φιλελεύθεροι είναι τόσο πρόθυμοι να παλέψουν τον αντιδημοκρατικό φονταμεταλισμό που καταλήγουν να εγκαταλείπουν την ελευθερία και την δημοκρατία προκειμένου να πολεμήσουν την Εκκλησία. Αν οι «τρομοκράτες» είναι έτοιμοι να καταστρέψουν αυτόν τον κόσμο επειδή αγαπούν κάποιον άλλον, οι πολεμιστές μας κατά του τρόμου είναι έτοιμοι να καταστρέψουν την δημοκρατία επειδή μισούν τον Μουσουλμάνο άλλο.  Κάποιοι από αυτούς αγαπούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τόσο πολύ που είναι έτοιμοι να νομιμοποιήσουν τα βασανιστήρια για να την υπερασπιστούν. Είναι μια αντιστροφή της διαδικασίας μέσω της οποίας οι φανατικοί υπερασπιστές της θρησκείας ξεκινούν με επιθέσεις κατά  της σύγχρονης κοσμικής κουλτούρας και καταλήγουν να θυσιάζουν τα ίδια τους τα θρησκευτικά διαπιστευτήρια μέσα στην προθυμία τους να εξαλείψουν τις πτυχές της κοσμικότητας που μισούν.
Αλλά οι υπερασπιστές της Ελλάδας από τους μετανάστες δεν είναι ο πρωταρχικός κίνδυνος: είναι απλά υπο-προϊόν της αληθινής απειλής, των πολιτικών λιτότητας δηλαδή που έχουν προκαλέσει την τραγική κατάσταση στην χώρα. Ο επόμενος γύρος των Ελληνικών εκλογών θα πραγματοποιηθεί στις 17 Ιουνίου. Το ευρωπαϊκό κατεστημένο μας προειδοποιεί πως αυτές οι εκλογές είναι ζωτικής σημασίας: διακυβεύεται όχι μόνο η μοίρα της Ελλάδας, αλλά ίσως και η μοίρα ολόκληρης της Ευρώπης. Το ένα αποτέλεσμα – το σωστό όπως ισχυρίζονται – θα επιτρέψει την συνέχιση της επίπονης αλλά απαραίτητης διαδικασίας της ανάκαμψης μέσω της λιτότητας. Το εναλλακτικό αποτέλεσμα – αν το «ακραίο αριστερό» κόμμα ΣΥΡΙΖΑ νικήσει – θα είναι μία ψήφος υπέρ του χάους και θα επιφέρει το τέλος του (Ευρωπαϊκού) κόσμου όπως τον ξέρουμε.
Οι προφήτες του ολέθρου έχουν δίκιο, αλλά όχι όπως το εννοούν. Οι επικριτές των σημερινών μας δημοκρατικών ρυθμίσεων παραπονιούνται πως οι εκλογές δεν προσφέρουν πραγματική επιλογή καθώς καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε ένα κεντροδεξιό και ένα κεντροαριστερό κόμμα, τα προγράμματα των οποίων είναι σχεδόν ταυτόσημα. Στις 17 Ιουνίου, η επιλογή θα είναι πραγματική: το κατεστημένο (Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ) από τη μία, ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη. Και, όπως γίνεται συνήθως όταν τίθεται θέμα πραγματικής επιλογής, το κατεστημένο είναι σε πανικό: λένε πως θα ακολουθήσει το χάος, η φτώχεια και η βία αν κάνει ο κόσμος την λάθος επιλογή. Η πιθανότητα και μόνο μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ λέγεται πως προκαλεί ρίγη φόβου στις παγκόσμιες αγορές. Η ιδεολογική «προσωποποιία» έχει την τιμητική της: oι αγορές μιλούν λες και είναι άνθρωποι, εκφράζοντας την «ανησυχία» τους για το τι θα συμβεί αν οι εκλογές αποτύχουν να σχηματίσουν μια  κυβέρνηση με εντολή να συνεχίσει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας της Ε.Ε και του ΔΝΤ, καθώς και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι πολίτες της Ελλάδας δεν έχουν χρόνο να ανησυχούν για αυτές τις προοπτικές: έχουν αρκετά για να ανησυχούν στην καθημερινότητα τους που γίνεται ολοένα πιο άθλια, σε βαθμό που δεν έχουμε δει στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες.
Τέτοιες προβλέψεις είναι αυτό-εκπληρούμενες, προκαλούν πανικό και κατά συνέπεια οδηγούν στα ενδεχόμενα  κατά των οποίων προειδοποιούν. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ νικήσει, το Ευρωπαϊκό κατεστημένο θα ελπίζει πως θα μάθουμε με σκληρό τρόπο τι συμβαίνει όταν υπάρξει απόπειρα διακοπής του φαύλου κύκλου της αμοιβαίας συνενοχής ανάμεσα στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών και τον αντιμεταναστευτικό λαϊκισμό. Γι’ αυτό το λόγο, ο Αλέξης Τσίπρας, αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, διευκρίνισε σε πρόσφατη συνέντευξη του πως πρώτη του προτεραιότητα, στην περίπτωση που κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι να αντισταθμίσει τον πανικό: “Oι άνθρωποι θα υπερνικήσουν τον φόβο. Δεν θα υποκύψουν, δεν θα εκβιαστούν». Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα σχεδόν ακατόρθωτο έργο. Η φωνή τους δεν είναι η φωνή της «ακροαριστερής τρέλας», αλλά της λογικής που ορθώνει το ανάστημα της ενάντια στην τρέλα της ιδεολογίας της αγοράς. Με την προθυμία τους να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους, έχουν εξοβελίσει τον φόβο που έχει η αριστερά να αναλάβει εξουσία, έχουν το κουράγιο να καθαρίσουν το χάος που άλλοι δημιούργησαν. Θα χρειαστεί να ασκήσουν έναν τρομερό συνδυασμό αρχών και πραγματισμού, δέσμευσης στη δημοκρατία και ετοιμότητας να δράσουν γρήγορα και αποφασιστικά όπου χρειαστεί. Αν είναι να έχουν έστω και μία ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας, θα χρειαστούν μια πανευρωπαϊκή εκδήλωση αλληλεγγύης: όχι μόνο αξιοπρεπή μεταχείριση από μέρους κάθε ευρωπαϊκής χώρας, αλλά επίσης και πιο δημιουργικές ιδέες, όπως την προώθηση του τουρισμού αλληλεγγύης φέτος το καλοκαίρι.
Στις Σημειώσεις για τον ορισμό της Κουλτούρας, ο Τ. Στ. Έλιοτ επεσήμανε πως υπάρχουν στιγμές που η μόνη επιλογή βρίσκεται ανάμεσα στην αίρεση και την μη-πίστη – π.χ όταν ο μόνος τρόπος να κρατηθεί μια θρησκεία ζωντανή είναι να υποστεί μια σεκταριστική διάσπαση. Αυτή είναι κατάσταση σήμερα στην Ευρώπη. Μόνο μια νέα «αίρεση» - που αυτή την στιγμή εκπροσωπείται από τον ΣΥΡΙΖΑ- μπορεί να σώσει ότι αξίζει να σωθεί από την Ευρωπαϊκή κληρονομία: την δημοκρατία, την πίστη στους ανθρώπους, την ισότητα , την αλληλεγγύη, κλπ.  Η Ευρώπη με την οποία θα καταλήξουμε αν ο ΣΥΡΙΖΑ ηττηθεί είναι μια «Ευρώπη με Ασιατικές αρχές» - οι οποίες βέβαια δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την Ασία αλλά τα πάντα με την τάση  του σύγχρονου καπιταλισμού να αναστέλλει την δημοκρατία. 
Ιδού το παράδοξο που διατηρεί την «ελεύθερη ψήφο» στις δημοκρατικές κοινωνίες: καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει υπό τον όρο πως κάνει την σωστή επιλογή. Να γιατί, όταν γίνεται η λάθος επιλογή (όπως έγινε όταν η Ιρλανδία απέρριψε  το Ευρωσύνταγμα), η επιλογή αντιμετωπίζεται ως σφάλμα και το κατεστημένο ζητά άμεσα την επανάληψη της «δημοκρατικής» διαδικασίας ώστε το σφάλμα να διορθωθεί. Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Έλληνας πρωθυπουργός, πρότεινε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πακέτο διάσωσης της ευρωζώνης στα τέλη του περασμένου έτους, το ίδιο το δημοψήφισμα απορρίφθηκε ως λανθασμένη επιλογή.
Είναι δύο οι βασικές εκδοχές αναφορικά με την Ελληνική κρίση στα ΜΜΕ: η Γερμανο - ευρωπαϊκή (οι ‘Έλληνες είναι ανεύθυνοι , τεμπέληδες, σπάταλοι, φοροφυγάδες κλπ και πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο και να διδαχθούν  δημοσιονομική πειθαρχία) και η Ελληνική ιστορία (η εθνική μας κυριαρχία απειλείται από τους νεοφιλελεύθερους τεχνοκράτες που επέβαλαν οι Βρυξέλλες). Όταν ήταν πια αδύνατον να αγνοηθεί η δεινή κατάσταση των Ελλήνων, μια τρίτη εκδοχή έκανε την εμφάνιση της: οι Έλληνες πλέον απεικονίζονται ως τα θύματα μιας ανθρωπιστικής καταστροφής που χρειάζονται βοήθεια, λες και χτύπησε την χώρα κάποιος πόλεμος ή μια φυσική καταστροφή. Ενώ και οι τρεις ιστορίες είναι λανθασμένες, η τρίτη είναι ενδεχομένως η πιο αηδιαστική. Οι Έλληνες δεν είναι παθητικά θύματα: βρίσκονται σε πόλεμο με το Ευρωπαϊκό οικονομικό κατεστημένο, και αυτό που χρειάζονται είναι αλληλεγγύη στον αγώνα τους, γιατί είναι και δικός μας αγώνας. 

Η Ελλάδα δεν είναι η εξαίρεση. Αποτελεί ένα από τα κύρια πεδία δοκιμών ενός νέου κοινωνικό-οικονομικού μοντέλου, δυνητικά καθολικής εφαρμογής: μιας από-πολιτικοποιημένης τεχνοκρατίας στην οποία θα επιτρέπεται στους τραπεζίτες και άλλους ειδήμονες να κατεδαφίσουν την δημοκρατία. Σώζοντας την Ελλάδα από τους φερόμενους διασώστες της, σώζουμε  και την ίδια την Ευρώπη. 

25 Μαΐου (Μετάφραση Αναστασία Γιάμαλη)
πηγή: αυγή

18 Μαΐου 2012

ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας



Η συνεχής τρομοκρατία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ και των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης έχει βάλει για τα καλά την ελληνική κοινωνία σε μια περίοδο διαρκούς έκτακτης ανάγκης, με αποτέλεσμα την άκρα πόλωση και τον ακρωτηριασμό κάθε επιχειρήματος και κριτικής σκέψης.
Το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου συνοψίζεται σε αφορισμούς του τύπου «μνημόνιο ή καταστροφή» που αρχικά ασπάζονταν «εκσυγχρονιστές» πολιτικοί και δημοσιογράφοι και πλέον αναπαράγεται από καλλιτέχνες, διανοούμενους και πολλούς άλλους που μην μπορώντας να εκφέρουν αντεπιχειρήματα υιοθετούν τη κυρίαρχη διαλεκτική ως τη μόνη εναλλακτική.
Η γραμμή που ακολουθούν τόσο τα κόμματα όσο και οι πολίτες ατομικά ορίζεται από την υποστήριξη ή απόρριψη του μνημονίου, γεγονός που τείνει να επισκιάσει σχεδόν κάθε προγενέστερη ιδεολογική αναφορά.
Από τη μία πλευρά έχουμε το ιδεολογικά συμπαγέστερο φιλομνημονιακό «μεταρρυθμιστικό» στρατόπεδο, που «καταδικάζοντας τη βία από όπου κι αν προέρχεται», αποκηρύσσει κάθε αντίδραση ως λαϊκισμό, και στο όνομα μιας ψευδούς κοινής λογικής προβάλλει τα νεοφιλελεύθερα μέτρα και πολιτικές ως ένα επώδυνο μεν αλλά αντικειμενικά αναγκαίο κακό.
Μια εμπεριστατωμένη κριτική πάνω στη χρόνια διαφθορά και την γραφειοκρατία ακολουθείται πάντοτε από έναν αστήρικτο συλλογισμό ότι η μόνη φυσική λύση των προαναφερθέντων προβλημάτων είναι ο «εκσυγχρονισμός» μέσω νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ενώ κάθε αντίσταση στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις ισοδυναμεί με την προάσπιση συμφερόντων.
Μολονότι η ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής είναι δεδομένη, η μονοδιάστατη υπεράσπιση των δήθεν αντικειμενικών και ιδεολογικά ουδέτερων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, έξω από το κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους περίβλημα, είναι άκρως προβληματική.
Η συνεχής και μονομερής αναφορά από τα κεντρικά μέσα ενημέρωσης σε αδιανόητα χρηματικά ποσά, δυσνόητους χρηματοπιστωτικούς όρους και ανόητους οικονομικούς δείκτες περιορίζει και υποβαθμίζει την συζήτηση στην ανάλυση αριθμών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πρόβλημα είναι μαθηματικό και ότι αν αυτό λυθεί, θα λυθούν αυτόματα και όλα τα υπόλοιπα ζητήματα της κοινωνίας.
Πέραν της κραυγαλέας διάψευσης της δήθεν αντικειμενικότητας και ανωτερότητας τέτοιου είδους συλλογισμών από την ίδια τη σύγχρονη ιστορία, η αποκλειστική χρήση οικονομικών επιχειρημάτων από τους υποστηρικτές του μνημονίου και την πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου αναιρεί εξ ορισμού τη δυνατότητα διαλόγου πάνω σε πληθώρα ζητημάτων της καθημερινότητας και πτυχών της ζωής που δεν χωράνε σε οικονομικά μοντέλα.
Ο περιορισμός του δημόσιου διαλόγου σε μια οικονομικού τύπου διαλεκτική αφαιρεί το δικαίωμα από τους πολίτες να εκφέρουν άποψη πάνω σε ευρύτερες και ουσιαστικότερες έννοιες, όπως ο τρόπος της ζωής που θέλουν να ακολουθήσουν.
Ως αποτέλεσμα πολλά από τα πλέον ουσιώδη θέματα δεν τίθενται καν προς συζήτηση, γεγονός που δικαιολογημένα δημιουργεί υποβόσκουσες εντάσεις που καταλήγουν σε ξεσπάσματα έναντι του κράτους και των θεσμών του.
Απέναντι στους υποστηρικτές του μνημονίου βρίσκεται μια πολυπληθής αλλά ανομοιόμορφη ομάδα χωρίς κοινά κίνητρα και ιδεολογία. Μπορεί ορισμένες μειοψηφίες να βλέπουν την κατάσταση ως μια ευκαιρία αυτοθέσμισης της κοινωνίας με ευρύτερη συμμετοχή στα κοινά, μα ένα μεγάλο κομμάτι των μικροαστών αγανακτισμένων της μούντζας ουσιαστικά επιθυμεί την επιστροφή στην προ-κρίσης ευημερία, προβάλλοντας την εθνική ταυτότητα, λόγω έλλειψης άλλης ιδεολογίας.
Έτσι, οι συνεχείς και γενικευμένες αντιδράσεις που παρατηρούμε δεν προσφέρουν μια ουσιαστική αντί-πρόταση, μα έχουν βασικό σκοπό την εκδίκηση και τιμωρία των υπεύθυνων. Από τα βασικά αιτήματα, που συνοψίζονται στο «να φύγουν οι προδότες», απουσιάζει κάθε κοινωνιολογική κριτική και κάθε αναφορά στις δομικές ανισότητες του συστήματος, πόσο μάλλον μια εναλλακτική πρόταση για το χτίσιμο μιας πιο δίκαιης και βιώσιμης μελλοντικής κοινωνίας.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως αλλιώς θα μπορούσε να αντιδράσει η ελληνική κοινωνία. Η οργή και η αντίδραση ενάντια στην αδικία είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένη. Από εκεί και πέρα όμως χρειάζεται το χτίσιμο εναλλακτικών συλλογικών αξιών στην κοινωνία, η υγιής παιδεία, η κριτική σκέψη, η ορθή κρίση και η συνειδητή απόρριψη της παραπληροφόρησης.
Κάθε δήλωση για το «να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας» οφείλει να ακολουθείται και από το «τι θα την κάνουμε αυτήν τη ζωή;». Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εξορίζοντας τους προδότες, μειώνοντας το χρέος ή αλλάζοντας πολιτική ηγεσία στο υπάρχον σύστημα, μα αναθεωρώντας τις βασικές θεμελιακές αξίες και θεσμούς της κοινωνίας.
Όσο αυτές παραμένουν, τότε όσο και να αντιδράει ο κόσμος σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αυτό που θα γεννηθεί ξανά θα εμπεριέχει πάλι την ίδια εκμετάλλευση, την ίδια αδικία.
Μια κοινωνία μπορεί να επαναπροσδιοριστεί μόνο αν οι πολίτες που την αποτελούν αποφασίσουν να ασχοληθούν ενεργά με τα κοινά και αρχίσουν να ορίζουν το μέλλον τους, συζητώντας, παίρνοντας ρίσκα, αλλάζοντας συνήθειες, ακυρώνοντας στην πράξη πρακτικές άδικες και απούσες νοήματος.
Η σημασία του προτάγματος της αυτονομίας και της άμεσης δημοκρατίας, η καστοριαδική έννοια της αυτονομίας που έχει επανέλθει στο προσκήνιο και μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ, προτάσσει την ελευθερία να έχουμε διαύγεια απέναντι σε αυτό που σκεφτόμαστε και κάνουμε.
Σύμφωνα με το πρόταγμα αυτό, μια δίκαιη και ελεύθερη κοινωνία μπορεί να υπάρξει μόνο αν κάθε άτομο που την αποτελεί δρα και λειτουργεί αυτόνομα, άρα ελεύθερα, αλλιώς οι θεσμοί εκφυλίζονται και αυτό-αναιρούνται.
Η αυτονομία είναι έννοια συνυφασμένη με την άμεση δημοκρατία γιατί μόνο άτομα αυτόνομα είναι σε θέση να απεξαρτηθούν από τους «ειδικούς» της πολιτικής και να υποστηρίξουν τη θέση τους με βάση ένα όραμα για τη ζωή και την κοινωνία που επιθυμούν, συμμετέχοντας στα κοινά πέραν της μιας μέρας ψηφοφορίας στα τέσσερα χρόνια.
Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, η δημοκρατία δεν περιορίζεται σε ένα σύνολο θεσμών αλλά αποτελεί μια μορφή κοινωνίας: ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς σε μια ατέρμονη διαδικασία αμφισβήτησης και λήψης αποφάσεων. Μια αυτόνομη δημοκρατική κοινωνία λοιπόν οφείλει να κατασκευάσει μια δημοκρατική κουλτούρα και μια δημοκρατική ταυτότητα. Σε μια τέτοια κοινωνία δε λείπει φυσικά η αβεβαιότητα.
Ωστόσο, αυτή η μορφή της αβεβαιότητας είναι περισσότερο αποδεκτή από την κυριαρχία των ολιγαρχιών, διότι είναι βασισμένη σε συλλογικούς όρους και αποφάσεις και, ως εκ τούτου, οι συνέπειες της είναι ευκολότερο να αντιμετωπιστούν.
Η σημασία της συμμετοχικής και άμεσης δημοκρατίας σήμερα είναι τεράστια καθώς, σε απόλυτη αντίθεση με την «από πάνω» επιβολή διαρθρωτικών αλλαγών από την τρόικα, μια εκτενής και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη νομιμοποίηση επιλεγμένων μεταρρυθμίσεων.
Ποιό το όραμα για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας; Ένα από τα βασικά προβλήματα γενικόλογων αφορισμών όπως «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» που ακούγονται πλέον όλο και συχνότερα είναι ότι μέσω της τρομοκρατίας με την οποία προβάλλονται, αναγκάζουν την πλειοψηφία των πολιτών να κρατάει μια καθαρά αμυντική στάση απέναντι στο μέλλον τους.
Μια ριζικά αντίθετη θέση αποτελεί η κονστρουκτιβιστική οπτική του μέλλοντος, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες καλούνται να δημιουργήσουν ένα συλλογικό όραμα για τη μελλοντική κοινωνία που επιθυμούν και μετά, μέσω της αντίστροφης επαγωγής, να συζητήσουν συγκεκριμένα βήματα που θα τους φέρουν κοντύτερα σε αυτό.
Μια τέτοια οπτική συνήθως απορρίπτεται χωρίς να εξεταστεί, με επιχείρημα ότι η κατάσταση είναι επείγουσα και άρα δεν υπάρχει ο χρόνος και η πολυτέλεια για μια τέτοια κριτική διαδικασία.
Ως αποτέλεσμα οι διοικούσες ολιγαρχίες καταφέρνουν να διατηρήσουν το status quo των σχέσεων της εξουσίας και των συμφερόντων, ενώ αφαιρείται από τους πολίτες το δικαίωμα να εκφέρουν άποψη και να συν-διαμορφώσουν την κοινωνία έτσι όπως την οραματίζονται, εξαναγκάζοντας τους να αφήσουν την τύχη τους για μια ακόμα φορά στα χέρια των κάθε είδους ειδικών.
Η γενικευμένη αδυναμία του κόσμου να απορρίψει τέτοιου είδους πρακτικές και να αναλάβει έναν πιο ρυθμιστικό ρόλο μοιάζει ακόμα τραγικότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι η παρούσα συγκυρία έχει υποδείξει μια πληθώρα δυσλειτουργιών του συστήματος και είναι εξαιρετικά γόνιμη για τέτοιου είδους ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές κριτικές.
«Επανάσταση» δεν είναι μόνο η αντίδραση και ο ξεσηκωμός, αλλά το χτίσιμο εναλλακτικών αξιών στην κοινωνία που θα οδηγήσει σε θεσμούς λιγότερο ολοκληρωτικούς, πιο δημοκρατικούς, πιο συμμετοχικούς. Είναι – χρησιμοποιώντας τα λόγια του Καστοριάδη – μια διαρκής διαδικασία αυτό-θέσμισης που θα οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Αν οραματιζόμαστε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία, οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τους συλλογικούς θεσμούς και τις αξίες της κοινωνίας (το λεγόμενο κοινωνικό φαντασιακό) επαναπροσδιορίζοντας έννοιες όπως η εξουσία, η πρόοδος και η ανάπτυξη που από μέσον έχει εξελιχθεί σε αυτοσκοπός.
Η βασική δυσκολία του εγχειρήματος έγκειται στο ότι οι εκάστοτε ριζωμένοι θεσμοί παρουσιάζονται ως αντικειμενικοί και γενούν άτομα και συνειδήσεις που τείνουν να τους αναπαράγουν.
Ως αποτέλεσμα, μια κοινωνία με ατομιστικούς νέο-φιλελεύθερους θεσμούς δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει ατομιστές νέο-φιλελεύθερους χαρακτήρες ανθρώπων. Η ακύρωση τέτοιων πρακτικών και η χειραφέτηση της κοινωνίας μπορεί και πρέπει να γίνει από μέσα.
Με το να επικεντρωνόμαστε στην οικονομική κρίση αγνοώντας τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές της συνιστώσες, περιορίζουμε τον διάλογο στο κατά πόσο τα μέτρα λιτότητας αποτελούν ή όχι μονόδρομο για να πετύχουμε κάποιον δημοσιονομικό στόχο. Έτσι ξεχνιέται το αυτονόητο: «είναι αυτός ο μοναδικός μας στόχος;»
Οι συζητήσεις πρέπει να στραφούν και πάλι γύρω από το ουσιώδες, δηλαδή το νόημα που δίνει ο καθένας στην εργασία και τη ζωή του, δημιουργώντας ένα συλλογικό όραμα και οδεύοντας παράλληλα προς αυτό.
Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να περιμένει τις αποφάσεις των Ευρωπαϊκών κοινοβουλίων για το εκάστοτε πακέτο στήριξης που θα «σώσει» την οικονομία για να ξεκινήσει.
Αντιθέτως είναι οι συλλογικές αξίες της κοινωνίας που θα ορίσουν και θα νομιμοποιήσουν στην πράξη την όποια οικονομική πολιτική.

Πάνος Πετρίδης
Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας της Βιέννης
πηγή:tvxs

24 Απριλίου 2012

Ποιός είναι ο εχθρός σου ρε;



Λίγο πριν τις εκλογές πήρε ο πόνος πολιτικούς και επιχειρηματίες – καναλάρχες για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Ανίερες συμμαχίες για ανίερους σκοπούς. Οι κάτοικοι των προαστίων, που ούτε να φτύσουν δεν καταδέχονται στο Μοναστηράκι και αρκούνται σε κάποιες πολιτισμένες ζώνες του Κολωνακίου, ενδιαφέρθηκαν για την ποιότητα ζωής των πολιτών τις πρωτεύουσας. Ελεημοσύνη; Ειλικρινές ενδιαφέρον;
Ταυτόχρονα, η αναγέννηση του κέντρου συνδυάζεται με υποσχέσεις για στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, για απελάσεις και διωγμούς. Συσχετίζεται η ποιότητα ζωής με χαρακτηρισμούς ανθρώπων σαν παράνομους και παρείσακτους. Δίνεται λόγος σε φωνές που ζητούν οπλοχρησία (Καρατζαφέρης), ναρκοπέδια στον Έβρο (Πλεύρης ο μικρός), σε φωνές που ζητούν να ξεβρωμίσει ο τόπος και οργανώνουν  κυνήγια μεταναστών ατιμώρητοι, μέσα στην πιο αστυνομοκρατούμενη πρωτευουσα της Ευρώπης (ΧΑ)!
Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη για την ακροδεξία. Προκειμένου τα κόμματα του μνημονίου να μειώσουν τις διαρροές προς την Αριστερά και προκειμένου να παραπλανήσουν τον λαό, ως προς το ποιος είναι ο εχθρός, πουσάρουν στις δημοσκοπήσεις τα ποσοστά της ΧΑ, αναπτύσουν ρητορική που εξοικειώνει τον ψηφοφόρο με τα εγκληματικά πεπραγμένα της οργάνωσης, δημιουργούν κλίμα ξενοφοβίας τελικά, που στέλνει τον κόσμο στις ανοιχτές αγκάλες της ακροδεξίας. Γιατί, όμως το κάνουν αυτό; Θα μπορούσαν να αφήσουν τους ψηφοφόρους να διαρρεύσουν προς μια άλλη πλευρά, όμως η ΧΑ είναι λίγο διαφορετικό κόμμα. Είναι μια οργάνωση πραιτωριανών σωματοφυλάκων , που θα παίξει το ρόλο της στην καταπάτηση των δικαιωμάτων της εργατρικής τάξης.
Εργάτης που καταπιέζει άλλο εργατή δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, σύμφωνα με τη μαρξιστική ρήση. Η δημιουργία μιας υποκατατηγορίας εργατών, υπανθρώπων μισητών γιατί καταβάζουν τους μισθούς και παίρνουν δουλειές και  κλέβουν και δολοφονούν και βιάζουν είναι πολύ αποτελεσματική συγκυρία, γιατί αμέσως έχουμε ένα άμεσο στόχο – εχθρό. Αμέσως ξεχνάμε τις ατομικές συμβάσεις, τις ληστείες των ταμείων , την ανεργία, τα ληστρικά αφεντικά και το εγκληματικό κράτος.
Η ΧΑ θα πάρει υψηλά ποσοστά, γιατί έτσι πρέπει. Πρώτον, γιατί θα θολώσει τα νερά, σχετικά με τους εχθρούς της εργατικής τάξης και δεύτερον , γιατί είναι πολύ προτιμότερο να έχει υψηλά ποσοστά ένας σχεδόν στρατιωτικός βραχίωνας, εύκαμπτος όμως στα κοινωνικά και εργασιακά ζητήματα, παρά μια Αριστερά, που ίσως κάποτε ξυπνώντας από τη νάρκη της θα κινητοποιήσει τον κόσμο σε αντιδράσεις.
Υ.Γ. Όσο ανώφελο κι αν είναι, πρέπει ωστόσο να αναφερθεί. Η ψήφος στην ακροδεξιά δεν είναι ψήφος κατά του κατεστημένου. Δεν είναι πολιτική πράξη. Είναι απόδειξη αξιακής κρίσης και επικρότησης εγκληματικών πράξεων.
http://panospirin.com/